Μάθετε πως μπορείτε να γίνετε μέλος - Εδώ

Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τα πνευματικά, δεν λύνει κανένα θέμα !!!

«Δώρο άδωρο» αποδεικνύεται το νομοσχέδιο για τα Πνευματικά Δικαιώματα, που ψηφίσθηκε καθώς η κυβέρνηση και η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου, ξαφνικά απέσυρε το άρθρο 45 που περιελάμβανε όλες τις ρυθμίσεις που καθόριζαν τη διαδικασία συλλογικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις αντιπροσωπευτικές Ενώσεις των Χρηστών και τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης Πνευματικών και Συγγενικών Δικαιωμάτων.

 Πρόκειται για έναν ανεξήγητο αιφνιδιασμό, που διαιωνίζει την προβληματική κατάσταση και επιτρέπει σε όλους αυτούς τους οργανισμούς να δημιουργούν πολλά και σημαντικα προβλήματα στους χρήστες και τα ξενοδοχεία. O νόμος ασχολείται ουσιαστικά με τα των οίκων των διαφόρων οργανισμών και μόνο !!!

Ο ΣΕΤΕ αντέδρασε άμεσα στην αρνητική αυτή εξέλιξη, με επιστολή του προέδρου του Γιάννη Ρέτσου στην υπουργό Πολιτισμού, στην οποία αφού εκφράζει την έκπληξή του, τονίζει ότι «...δυστυχώς βλέπουμε πως μια ακόμα προσπάθεια που κινείτο, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, στη σωστή κατεύθυνση έπεσε στο κενό, με αποτέλεσμα να συντηρείται η υπάρχουσα προβληματική κατάσταση. Θέλουμε να σας θυμίσουμε πως εκτός από τα δικαιώματα των δημιουργών τα οποία είναι σεβαστά, έχουν και οι χρήστες δικαιώματα, τα οποία χρήζουν προστασίας» και καταλήγει ζητώντας «... να επανακαταθέσετε τη συγκεκριμένη ρύθμιση σε επόμενο νομοσχέδιο με τις απαραίτητες βελτιώσεις ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών».

Η επιστολή

Η επιστολή του προέδρου του ΣΕΤΕ στην κα. Κονιόρδου, έχει ως εξής:

Προς την
Κυρία Λυδία Κονιόρδου
Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού

Αθήνα, 14 Ιουλίου 2017

Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,

Με έκπληξη διαπιστώσαμε την απόσυρση από το σχέδιο νόμου με τίτλο «Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, χορήγηση πολυεδαφικών αδεiών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων και άλλα θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.» του άρθρου 45 που καθόριζε μια διαδικασία συλλογικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις αντιπροσωπευτικές Ενώσεις των Χρηστών και τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης Πνευματικών και Συγγενικών Δικαιωμάτων. Θυμίζουμε πως η συγκεκριμένη ρύθμιση προβλεπόταν, έχοντας υποχρεωτικό χαρακτήρα, στο αρχικό σχέδιο νόμου και όταν αυτό επανακατατέθηκε, «έχασε», για άγνωστο λόγο, την υποχρεωτικότητά της.

Η συλλογική διαπραγμάτευση ανάμεσα στις Ενώσεις Χρηστών και τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης θα αποτελούσε τρόπο για να εξευρεθεί μια δίκαιη λύση, η οποία θα προστατεύει τα δικαιώματα των δικαιούχων, διασφαλίζοντας όμως και τα συμφέροντα των χρηστών. Η ύπαρξη μη θεσμικών συνομιλητών είχε ως συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια οι επαγγελματίες του τομέα μας να σύρονται στα δικαστήρια από τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης και να καταβάλλουν υπερβολικές αμοιβές.

Δυστυχώς βλέπουμε πως μια ακόμα προσπάθεια που κινείτο, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, στη σωστή κατεύθυνση έπεσε στο κενό, με αποτέλεσμα να συντηρείται η υπάρχουσα προβληματική κατάσταση. Θέλουμε να σας θυμίσουμε πως εκτός από τα δικαιώματα των δημιουργών τα οποία είναι σεβαστά, έχουν και οι χρήστες δικαιώματα, τα οποία χρήζουν προστασίας.

Σας καλούμε, λοιπόν, να επανακαταθέσετε τη συγκεκριμένη ρύθμιση σε επόμενο νομοσχέδιο με τις απαραίτητες βελτιώσεις ώστε να δiασφαλίζεται η ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών.

Με εκτίμηση,

Γιάννης Α. Ρέτσος

Πρόεδρος ΔΣ»

Το υπόμνημα

Στο μεταξύ το ΞΕΕ και ο ΣΕΤΕ είχαν καταθέσει στην διαδικασία ψήφισης στη Βουλή του νομοσχεδίου, αναλυτικό υπόμνημα, με τις θέσεις τους, ώστε να λυθεί το σμαντικό αυτό πρόβλημα που ταλανίζει τον τουριστικό κλάδο.

Το υπόμνημα έχει ως εξής:

«Υπόμνημα του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων και του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος επί του σχεδίου νόμου «Συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, χορήγηση πολυεδαφικών αδειών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων και άλλα θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού»

Αθήνα, 12 Ιουλίου 2017

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Κατά την άποψή μας απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την προώθηση της επιχειρηματικότητας είναι ο κάθε υποψήφιος επενδυτής να έχει πριν την έναρξη της δραστηριότητας του μια πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα των πάσης φύσεως υποχρεώσεων και εξόδων με τα οποία θα βαρύνεται κατά τη λειτουργία της επιχείρησής του για ένα εύλογο τουλάχιστον χρονiκό διάστημα. Αλλά και για τις ήδη δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις η έγκαιρη και ξεκάθαρη γνώση των δαπανών που θα κληθούν να καταβάλουν είναι απαραίτητη προκειμένου να καθορίσουν την τιμολογιακή τους πολιτική. Εν προκειμένω στο χώρο των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων η κατάσταση που βιώνουμε είναι πραγματική χαοτική. Μέχρι σήμερα παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί δεν έχει εξευρεθεί μια ενιαία λύση, αντιθέτως αντιμετωπίζουμε το φαινόμενο με το που κλείνει το ένα μέτωπο αντιδικίας, με το που επιλύονται οι διαφορές με έναν οργανισμό δικαιούχων, να προκύπτουν νέες αξιώσεις από οργανισμούς οι οποίοι δεν είχαν δραστηριοποιηθεί, δεν είχαν εγείρει αξιώσεις δικαστικά ή εξώδικα, μέχρι σήμερα.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το παράδειγμα του Ξ.Ε.Ε. το οποίο κατέβαλε ειλικρινείς προσπάθειες να επιλύσει συνολικά και συμβιβαστικά το σύνολο των διαφορών που υπήρχαν ανάμεσα στους οργανισμούς των δικαιούχων και τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Ως γνωστόν, το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας συνήψε συμβάσεις – πλαίσιο με το μεγαλύτερο μέρος των ΟΣΔ (με ΑΘΗΝΑ στις 5/4/2011, με ΑΕΠΙ στις 14/4/2011 και με ΔΙΟΝΥΣΟΣ-ΕΡΑΤΩ-ΑΠΟΛΛΩΝ-GRAMMO στις 15/11/2011), με τις οποίες καθορίστηκε η οφειλόμενη από τα Ξενοδοχεία αμοιβή για την παρουσίαση των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών σε δωμάτια των Ξενοδοχείων.

Κατά την ολοκλήρωση σχεδόν των άνω συμφωνιών, εμφανίστηκε και αξίωσε αμοιβή και μάλιστα εξωφρενικά υπέρογκη, αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη ο κερδοσκοπικός οργανισμός Τηλεοπτικά Δικαιώματα Α.Ε. Στην συνέχεια εμφανίστηκαν οι ΟΣΔ ΔΙΑΣ και ΗΡΙΔΑΝΟΣ και ακολούθως οι ΟΣΔ Απόλλων, Ερατώ και Grammo (GEA) άρχισαν να αξιώνουν αμοιβές και για τους κοινόχρηστους χώρους των ξενοδοχείων. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε καταστροφική στο κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ ΟΣΔ και χρηστών και ανέδειξε την αδυναμία του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, αφού νέοι ΟΣΔ ως “λερναία ύδρα” εμφανίζονταν κάθε φορά, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει κανείς επιχειρηματίας τί ποσό τελικά και σε ποιόν οφείλει να καταβάλει. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε πολλές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να αμφισβητούν την σκοπιμότητα ένταξής τους στα μνημόνια συνεργασίας και να μην εντάσσεται ο προσδοκώμενος από τους ΟΣΔ αριθμός Ξενοδόχων, αφού το πρόβλημα των αμοιβών δεν λυνόταν, αλλά με την πάροδο του χρόνου καθημερινά μεγεθυνόταν. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το παράδειγμα της ύπαρξης τεσσάρων (4) σήμερα αδειοδοτημένων από τον Ο.Π.Ι. οργανισμών τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Κάτω από αυτό το περιβάλλον, ποιός επιχειρηματίας πείθεται να υπογράψει οικονομικές συμφωνίες; Προδήλως, λοιπόν, και το υφιστάμενο πλαίσιο, λειτουργεί ενάντια στην επιχειρηματικότητα.

Την ίδια στιγμή, οι ΟΣΔ κάνοντας χρήση ενός μοναδικού προνομίου που τους παρείχε ο νόμος, να καταρτίζουν δηλαδή σαν να είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, αμοιβολόγια μονομερώς μεν, πλην όμως χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο, έγκριση ή θεσμοθετημένη ύπαρξη κριτηρίων και να αξιώνουν δικαστικά με βάση αυτά διπλασιασμό τους σε όποιον δεν συμβιβαζόταν μαζί τους, οδήγησε πολλούς χρήστες να συμβιβάζονται εξωδίκως μετά την έγερση εναντίον τους αγωγών (προκειμένου να αποφύγουν τον διπλασιασμό του ποσού δικαστικά ή και μέρος των αναδρομικών κατά “προσφορά” των ΟΣΔ) και να καταβάλουν ποσά που ήταν μεν μειωμένα σε σχέση με το δημοσιευμένο αμοιβολόγιο, όμως δεν στηρίζονται σε κανένα νόμιμο κριτήριο, παρά μόνο στον αυθαίρετο προσδιορισμό της αξίας του δικαιώματος κατά την κρίση του δικαιούχου. Επιβεβαίωση του αυθαίρετου τρόπου κατάρτισης των αμοιβολογίων, αποτελεί το φαινόμενο των εκπτώσεων όχι σε πλαίσια 10% ή 20% (που θα δικαιολογείτο με βάση τον περιορισμό του λειτουργικού κόστους των ΟΣΔ) αλλά ακόμα και 80% (!!!)
Ταυτόχρονα, ο δικαστικός αγώνας μεταξύ κάθε χρήστη ατομικά ενάντια σε ΟΣΔ με οργανωμένα και εξειδικευμένα στην πνευματική ιδιοκτησία νομικά τμήματα ήταν προκαταβολικά προβλέψιμο ότι θα κατέληγε υπέρ των ΟΣΔ, πολύ περισσότερο που οι εξώδικοι συμβιβασμοί όσων είχαν αποφασίσει να μην αντιδικήσουν προκειμένου να αποφύγουν τον διπλασιασμό των οφειλομένων, χρησιμοποιείτο από τους ΟΣΔ ως επιχείρημα στα δικαστήρια σχετικά με το “εύλογο” της δικαιούμενης από αυτούς αμοιβής.

Η παραπάνω πραγματικότητα καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση του νομοθετικού πλαισίου των αμοιβολογίων σε δύο κυρίως κατευθύνσεις: α) να καθορίζονται με συγκεκριμένα κριτήρια που θα θέτει ο νομοθέτης ώστε αυτά να είναι εύλογα και β) να καταλαμβάνουν το σύνολο των δικαιούχων.

Εύλογη είναι η αμοιβή, όταν είναι ανάλογη με το όφελος που αποκομίζει ο χρήστης από την εκμετάλλευση του έργου. Όμως για να προσδιοριστεί το όφελος του χρήστη, πρέπει πριν την κατάρτιση του αμοιβολογίου να είναι γνωστός ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων της αμοιβής, ώστε να συγκεκριμενοποιηθεί η εύλογη αμοιβή που αποτυπώνει το όφελος του χρήστη από την χρήση του έργου. Η παραπάνω αυτονόητη, βασική και πρωταρχική προϋπόθεση, ώστε να καθοριστεί το εύλογο της αμοιβής, σήμερα λείπει. Με την ανεξέλεγκτη και συνεχή εμφάνιση νέων οργανισμών που αδειοδοτούνται από τον Ο.Π.Ι. και διεκδικούν αμοιβή, εκείνο που ο χρήστης θεωρούσε εύλογο γίνεται παράλογο. Η σημερινή κατάσταση, όπου για παράδειγμα υπάρχουν τέσσερις (4) αδειοδοτημένοι οργανισμοί τηλεοπτικών δικαιωμάτων χωρίς να γνωρίζουμε πόσοι ακόμα θα εμφανιστούν στο μέλλον αξιώνοντας άλλη αμοιβή, έχει οδηγήσει σε μεγάλη αβεβαιότητα τους χρήστες.

Η ενιαία αυτή αμοιβή ασφαλώς δεν θα πρέπει να καθορίζεται μονομερώς από κάποια δημόσια αρχή, εν είδη τέλους, αλλά θα πρέπει να προκύπτει κατόπιν διαπραγματεύσεων που θα διεξάγονται ανά κατηγορία χρηστών με το σύνολο των οργανώσεων των δικαιούχων που αξιώνουν αμοιβή για την συγκεκριμένη χρήση. Τούτο είναι απαραίτητο προκειμένου η καταβαλλόμενη αμοιβή να είναι δίκαιη, δεδομένου πως το σύνολο των επί μέρους αξιούμενων ποσών αφορούν τα ίδια δημιουργήματα και την ίδια χρήση. Άλλωστε, σε ορισμένες περιπτώσεις οι σχέσεις δικαιούχων – χρηστών διαπλέκονται μεταξύ τους με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό των τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι εμφανίζονται ως χρήστες των πνευματικών δημιουργημάτων, αλλά και συνάμα δικαιούχοι μέσω των εταιρειών παραγωγής που έχουν συστήσει. Ομοίως απαραίτητο είναι οι συμβάσεις που θα υπογράφονται, να καλύπτουν το σύνολο των δικαιούχων ή άλλως οι καταβαλλόμενες αμοιβές να αφορούν το σύνολο των δικαιούχων, ούτως ώστε με τη καταβολή της όποιας αμοιβής να εξαντλείται και η σχετική υποχρέωση. Η αβεβαιότητα που υφίσταται εξ αιτίας της δυνατότητας εμφάνισης στο άδηλο μέλλον, δικαιούχων που να αξιώνουν αμοιβή, πρέπει με κάθε τρόπο να αρθεί. Όχι επί ζημία των δικαιούχων, ούτε προς όφελος των επιχειρηματιών, αλλά προς όφελος της οικονομικής δραστηριότητας που πρέπει να γνωρίζει ΟΛΕΣ τις δυνατές οικονομικές επιβαρύνσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει.

Τα Κριτήρια του καθορισμού της εύλογης αμοιβής πρέπει να είναι τα εξής:

α) Η αξία της συγκεκριμένης χρήσης δικαιωμάτων, δεδομένου πως, για παράδειγμα στην περίπτωση των ξενοδοχείων, ο βασικός προορισμός-σκοπός είναι η προσφορά υπνοδωματίων και δεν είναι να καλύψει τις ψυχαγωγικές ανάγκες όσων διαμένουν σε αυτό, για τα επιβατηγά πλοία και τα τουριστικά λεωφορεία ο κύριος σκοπός είναι η μεταφορά των πελατών, κλπ.

β) Ο μέσος αριθμός των πελατών του χρήστη, καθώς αυτός προσδιορίζει τον αριθμό των προσώπων που πράγματι μπορούσαν να δουν ή ακροαστούν τα πνευματικά δημιουργήματα, όπου αυτός μπορεί να προσδιορισθεί με επίσημα στοιχεία (για παράδειγμα στην περίπτωση των ξενοδοχείων ο δείκτης μέσης πληρότητας κάθε καταλύματος όπως δηλώνεται στην ΕΛΣΤΑΤ και την κατηγοριοποίησή του).

γ) Αν υπάρχει από την χρήση άμεση ωφέλεια ή αν η εγκατάσταση του μέσου που μεταδίδει το έργο επιβάλλεται από το νόμο (για παράδειγμα στην περίπτωση των ξενοδοχείων η ύπαρξη τηλεοράσεων στα δωμάτια προβλέπεται από το νόμο).

δ) Η απήχηση των έργων στο κοινό με βάση τη σύνθεση της πελατείας (αντικειμενικό κριτήριο), δηλαδή την αναλογία ελλήνων και αλλοδαπών πελατών και την πραγματική δυνατότητα απολαύσεως του προστατευόμενου έργου (με δεδομένο ότι σε πολλές κατηγορίες επιχειρήσεων η πλειοψηφία των πελατών είναι αλλοδαποί και κανείς τους για παράδειγμα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να παρακολουθήσει ελληνόφωνα τηλεοπτικά προγράμματα)

ε) Το εύρος της αντιπροσωπευτικότητας των δικαιούχων, αν δηλαδή ο ΟΣΔ που αξιώνει την αμοιβή είναι ο μόνος ΟΣΔ που εκπροσωπεί το σύνολο των δικαιούχων ή μέρος αυτών.

στ) Στις περιπτώσεις που ο σκοπός των δικαιούχων είναι το κέρδος, (όπως στις παραγωγές) συνεκτίμηση του οφέλους που αποκομίζουν οι δικαιούχοι από την χρήση του έργου τους, δεδομένου ότι από την χρήση προσδιορίζονται και τα οφέλη τους (από τον αριθμό των χρηστών καθορίζονται τα διαφημιστικά έσοδα των σταθμών που αποτελούν και την κύρια αν όχι αποκλειστική πηγή εσόδων τους) ειδικά για τις παραγωγές οπτικοακουστικών έργων τον μέσο ημερήσιο χρόνο προβολής αυτών σε σχέση με τον συνολικό χρόνο του τηλεοπτικού προγράμματος.

ζ) Ειδικά για τις παραγωγές οπτικοακουστικών έργων το γεγονός ότι οι συντελεστές (σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ηθοποιοί, τραγουδιστές, μουσικοί, συνθέτες, στιχουργοί , εκδότες κ.λ.π.) λαμβάνουν για το ίδιο έργο άλλη αμοιβή.

η) Αναλογική αντιστοιχία της αμοιβής, με αμοιβές που λαμβάνουν άλλες κατηγορίες δικαιούχων, που εκπροσωπούν συναφή δικαιώματα, όπως για παράδειγμα το άρθρο 18 του Ν.2121/1993.

θ) Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), για την εξεύρεση του κύκλου εργασιών στην παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων

ι) Τα γενικότερα οικονομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας.

ια) ο τόπος εγκατάστασης του χρήστη

Για τον καθορισμό των αμοιβολογίων, προτείνουμε αρχικά διαμεσολάβηση του ΟΠΙ μέσα στο πλαίσιο του ν. 3898/2010 και αν αποτύχει η διαμεσολάβηση το αμοιβολόγιο να καθορίζεται από το Εφετείο Αθηνών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Η παραπάνω διαδικασία πρέπει ανά κατηγορία χρηστών, να λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με το σύνολο των ΟΣΔ, προκειμένου ο χρήστης να γνωρίζει το σύνολο του αιτουμένου από όλους τους ΟΣΔ ποσού και τούτο γιατί όπως προειπώθηκε, το εύλογο συναρτάται με το όφελος του χρήστη.
II. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Αναφορικά με το κατατεθέν στη βουλή σχέδιο νόμου θα θέλαμε να προβούμε στις εξής ειδικότερες παρατηρήσεις:

Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή του Ν.2121/1993 ήταν το γεγονός πως κάθε οργανισμός συλλογικής διαχείρισης που υπέβαλε αίτηση αδειοδοτείτο, χωρίς να εξετάζεται το κριτήριο της αντιπροσωπευτικότητας του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πληθώρα οργανισμών που να φέρονται πως εκπροσωπούν τις ίδιες κατηγορίες δικαιούχων, ανεξαρτήτως του αριθμού των μελών τους, αξιώνοντας σχετική αμοιβή από τους χρήστες. Πλην όμως με αυτό τον τρόπο είναι πρακτικά αδύνατον να υπολογιστεί η αμοιβή που πράγματι δικαιούται να απαιτήσει ο κάθε οργανισμός. Η αμοιβή που υποχρεούται να καταβάλει ο χρήστης, αν όχι για το σύνολο των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συγκεκριμένη χρήση (αυτή είναι η πάγια θέση μας), οπωσδήποτε για το σύνολο των δικαιούχων της συγκεκριμένης κατηγορίας, δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία και ασφαλώς δεν πρέπει να διασπάται ανά οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, ο καθένας από τους οποίους μπορεί να εκπροσωπεί διαφορετικό αριθμό δικαιούχων, ακόμα και ελάχιστο ποσοστό αυτών. Με το άρθρο 4 του σχεδίου νόμου παραμένει αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα το ίδιο καθεστώς. Η άποψή μας είναι πως θα πρέπει να μπει ένα τέλος στην πολυδιάσπαση των οργανισμών και των αμοιβών. Για το λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο αφενός να τεθεί ως κριτήριο για να μπορέσει να αδειοδοτηθεί ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης να εκπροσωπεί ένα συγκεκριμένο ελάχιστο ποσοστό του συνολικού αριθμού των δικαιούχων της συγκεκριμένης κατηγορίας και αφετέρου η οφειλόμενη αμοιβή ανά κατηγορία δικαιούχων που υποχρεούται να καταβάλει ο χρήστης να καθορίζεται ενιαία, ανεξάρτητα δηλαδή από τον αριθμό των οργανισμών που καλύπτουν τη συγκεκριμένη κατηγορία και να επιμερίζεται στη συνέχεια μεταξύ τους. Σημειώνεται πως από τη στιγμή που η εύλογη αμοιβή αποτυπώνει το όφελος του χρήστη από την χρήση του έργου, αυτό αποκλείει αύξηση του οφέλους για τον χρήστη (δηλαδή αύξηση της οφειλόμενης από αυτόν αμοιβής) από την εκ των υστέρων εμφάνιση άλλων δικαιούχων. Αφού η εύλογη αμοιβή είναι συνάρτηση του οφέλους του χρήστη, τότε όσοι δικαιούχοι και αν υπάρχουν (αδειοδοτημένοι ή μη από τον ΟΠΙ) θα πρέπει να λαμβάνουν τμήμα αυτού το οφέλους.

Στο άρθρο 23 του σχεδίου νόμου προβλέπεται πως κάθε οργανισμός μπορεί να καθορίζει το αμοιβολόγιο του μόνος του, χωρίς ταυτόχρονα να υποχρεώνεται να παραθέτει τουλάχιστον τα κριτήρια βάσει των οποίων αυτό καταρτίστηκε. Η εμπειρία μας μέχρι σήμερα δείχνει πως τα ποσά που καθορίζουν οι οργανισμοί με τα αμοιβολόγιά τους είναι αυθαίρετα και εξωπραγματικά, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη τεράστια διαφορά που έχουν από τις αντίστοιχες αμοιβές που τελικώς καταβάλλονται από τους χρήστες ή καθορίζονται βάσει συλλογικών συμφωνιών. Για το λόγο αυτό, η άποψή μας είναι πως αν πρόκειται να διατηρηθεί το δικαίωμα των οργανισμών να καθορίζουν μόνοι τους το αμοιβολόγιό τους θα πρέπει αφενός να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν ταυτόχρονα τα κριτήρια βάσει των οποίων αυτό καθορίσθηκε (και όχι απλώς να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες αν τούτο τους ζητηθεί), προκειμένου να αποτρέπονται οι οργανισμοί από την κατάρτιση αυθαίρετων αμοιβολογίων και αφετέρου τα αμοιβολόγια να καθαρίζονται ενιαία ανά κατηγορία δικαιούχων, ανεξάρτητα από τον αριθμό των οργανισμών που τους εκπροσωπούν.

Θα πρέπει στην παράγραφο 6 του άρθρου 22 ο όρος συνήθως καταβαλλόμενη αμοιβή να αντικατασταθεί με τον όρο εύλογη. Αυτό το προτείνουμε διότι ο όρος συνήθως καταβαλλόμενη αμοιβή έχει ταυτιστεί με την αμοιβή που αναφέρεται στο αμοιβολόγιο του κάθε οργανισμού, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει την ευχέρεια να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη, πλην των άλλων, και την ωφέλεια που αποκομίζει σχετικά ο χρήστης, ποια αμοιβή οφείλεται για τη συγκεκριμένη χρήση στους δικαιούχους.

4. Θα πρέπει να προβλεφθεί η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 65 παρ. 2 του Ν.2121/1993 περί αποζημίωσης ίσης τουλάχιστον με το διπλάσιο της συνήθως καταβαλλόμενης αμοιβής, καθώς η συγκεκριμένη ρύθμιση χρησιμοποιείται από τους οργανισμούς προκειμένου να αναγκάσουν τους χρήστες να συμφωνήσουν στην καταβολή υπέρογκων στην πραγματικότητα αμοιβών, υπό την δαμόκλειο σπάθη του διπλασιασμού των επί 5ετία οφειλομένων.
Θα πρέπει να αποποινικοποιηθεί η δημόσια εκτέλεση, αφού πρόκειται για αστικές διαφορές που η ποινική καταδίωξη δεν βρίσκει δικαιολογητικό λόγο.
Επί του άρθρου 45 του σχεδίου νόμου

6.1. Η περιγραφόμενη στο άρθρο 45 σχεδίου νόμου διαδικασία διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στη δημόσια εκτέλεση μουσικής και μόνο στις συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων. Θα πρέπει να καλύπτει και τις υπόλοιπες κατηγορίες δικαιωμάτων, καθώς και τις υπόλοιπες κατηγορίες επιχειρήσεων, με την αντίστοιχη εκπροσώπηση ανά τομέα. Επίσης θα πρέπει να διεξάγεται ενιαία με το σύνολο των οργανισμών που εκπροσωπούν τις διάφορες κατηγορίες δικαιούχων που μπορούν να αξιώσουν αμοιβή για τη συγκεκριμένη χρήση, καθώς πλην των άλλων, όπως επισημάναμε και ανωτέρω το όφελος για τον χρήστη δεν διαφοροποιείται ανάλογα με τον αριθμό των δικαιούχων. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τουριστικό τομέα αρμόδιος για την υπογραφή των συλλογικών συμφωνιών θα πρέπει να είναι ο Σ.Ε.Τ.Ε., ο κοινωνικός εταίρος που είναι νομοθετικά αναγνωρισμένος και αρμόδιος για την υπογραφή και της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ενώ ειδικά για τον ξενοδοχειακό κλάδο η συλλογική συμφωνία θα πρέπει να υπογράφεται και από το Ξ.Ε.Ε., το οποίο άλλωστε έχει συμβληθεί και στις σήμερα ισχύουσες συμβάσεις.

6.2. Σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων πιστεύουμε πως η προσφυγή ενώπιον του Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 45 δεν θα πρέπει να προϋποθέτει συμφωνία των μερών, αλλά επιβάλλεται να παρέχεται το δικαίωμα σε κάθε ένα από τα μέρη να προσφύγει μονομερώς στο ανωτέρω Δικαστήριο προκειμένου να επιλυθεί οριστικά η συγκεκριμένη διαφορά.

6.3. Σύμφωνα με την παράγραφο 9 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται πως μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου ή τη σύναψη συμφωνίας ισχύουν τα αμοιβολόγια των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης. Θεωρούμε πως είναι αυτονόητο και θα πρέπει να καταγραφεί ρητά, πως από τη στιγμή που ισχύουν τα ανωτέρω αμοιβολόγια ταυτόχρονα υφίσταται και το δικαίωμα των χρηστών να ζητήσουν τον καθορισμό της εν προκειμένω οφειλόμενης εύλογης αμοιβής. Σε αντίθετη περίπτωση, και με δεδομένο πως η διαδικασία επίλυσης της διαφοράς μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν, οι χρήστες θα υποχρεούνται (με βάση τα σημερινά δεδομένα και τα ποσά που σήμερα τουλάχιστον διαλαμβάνονται στα αμοιβολόγια των οργανισμών) να καταβάλουν ποσά εξωπραγματικά, τα οποία δεν οφείλουν και εν συνεχεία να εμπλέκονται ενδεχομένως και σε δικαστικές διενέξεις για την επιστροφή τους.

6.4. Τέλος, αναφορικά με την παράγραφο 11 του ίδιου ως άνω άρθρου θα θέλαμε να επισημάνουμε πως πρέπει στις επιχειρήσεις που δεν επιθυμούν να προσχωρήσουν στη συλλογική συμφωνία που τυχόν καταρτιστεί να παρέχεται ρητά το δικαίωμα να προσφύγουν μόνες τους δικαστικά και να ζητήσουν τον καθορισμό της εν προκειμένω οφειλόμενης εύλογης αμοιβής. Αυτό κρίνεται απαραίτητο διότι μπορεί ορισμένες επιχειρήσεις να παρουσιάζουν τέτοιες ιδιαιτερότητες που δικαιολογούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την καταβολή μικρότερης από τη καθοριζόμενη με τη συλλογική συμφωνία αμοιβή».

Ο ψηφισθείς νόμος ακολουθεί στο αρχείο:

https://issuu.com/kapasigmadeltas.a/docs/___________________________________

 

ΠΗΓΗWWW.MONEY-TOURISM.GR